Ποτέ δεν είδα κάποιον να φεύγει
θολή φιγούρα στο χάραμα του τέλους μιας αγάπης
πρόσφυγας και λαθρομετανάστης
που έφτασε, που διώχθηκε
που στο κυνήγι του κυνηγημένος τρέχει.
Ποτέ δεν σφύριξε σειρήνα ασθενοφόρου
σε δρόμο ηλιοσκέπαστο το φυγόπονο κορμί μου κουβαλώντας
Σειρήνα του πελάγου δεν επείνασε
για της ψυχής το μάσημα
που σκότωσε ετούτη τραγουδώντας.
Ποτέ δε λάθεψα αδιόρθωτα
κι ας ήμουνα δειλός, στα λάθη μου επιτρέποντας ν’ ακούγονται για αλήθειες
ποτέ δε πάλεψα για δίκαιο σοβαρό
και άδικο χαμένο δε με βρήκε
που απ’ τις ρίζες του να θρέφει σάπιο καρπό.
Ποτέ δε θρήνησα για θάνατο πικρό
κάποιας φίλης, κάποιας μάνας
ποτέ δε δάκρυσα για άλγος της ψυχής
και δε χρειάστηκε να μάθω αν και η ψυχή πονάει
με τρόπο που το σώμα νιώθει φοβερό.
Ποτέ δε σκέφτηκα
μια νύχτα χειμωνιάτικη
αν για όλα αυτά είμαι απαθής
ή τυχερός, ή ατυχής.
